διακαίω

(AM διακαίω)
1. (μτχ. παθ. παρακμ.) φρ. «διακεκαυμένη ζώνη» (Α και «διακεκαυμένος κύκλος»)
η θερμή περιοχή τής γήινης σφαίρας γύρω από τον Ισημερινό, μεταξύ τού τροπικού τού Καρκίνου και τού τροπικού τού Αιγόκερω
2. πυρακτώνω τελείως, θερμαίνω υπερβολικά, κατακαίω
αρχ.-μσν.
1. (για ψυχικά πάθη) φλογίζω, εξάπτω
2. (για τον Ήλιο) καίω
3. καυτηριάζω για θεραπευτικούς λόγους, επιβάλλω καυτηριάσεις.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • διακαίῃ — διακαίω burn through pres subj mp 2nd sg διακαίω burn through pres ind mp 2nd sg διακαίω burn through pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακεκαυμένα — διακαίω burn through perf part mp neut nom/voc/acc pl διακεκαυμένᾱ , διακαίω burn through perf part mp fem nom/voc/acc dual διακεκαυμένᾱ , διακαίω burn through perf part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαιομένων — διακαίω burn through pres part mp fem gen pl διακαίω burn through pres part mp masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαιόμενον — διακαίω burn through pres part mp masc acc sg διακαίω burn through pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαιόντων — διακαίω burn through pres part act masc/neut gen pl διακαίω burn through pres imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαῖον — διακαίω burn through pres part act masc voc sg διακαίω burn through pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαίει — διακαίω burn through pres ind mp 2nd sg διακαίω burn through pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαίομεν — διακαίω burn through pres ind act 1st pl διακαίω burn through imperf ind act 1st pl (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαίοντα — διακαίω burn through pres part act neut nom/voc/acc pl διακαίω burn through pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διακαίοντι — διακαίω burn through pres part act masc/neut dat sg διακαίω burn through pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.